Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Άλλο περιμένει κι άλλο θα βρει η τουρκία αν επιχειρήσει το απονενοημένο…

Μπορεί να καταλογίσει κανείς πολλά στην Ελλάδα. Ένα όμως όχι: ότι είναι χώρα επιθετική. Ουδέποτε έχει ακουστεί. Η Ελλάδα όχι απλώς δεν είναι επιθετική, αλλά, αντιθέτως, υπήρξε πολύ περισσότερο ήπια από όσο θα έπρεπε, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ουσιαστικά ενθαρρύνοντας, άθελά της, την τουρκική επιθετικότητα. Και εδώ ξεκινά μία μεγάλη παρανόηση των Τούρκων που αντιμετωπίζουν τη χώρα περίπου ως άμαχο πληθυσμό. Ξεχνώντας ότι αν απαιτηθεί για την άμυνά της έχει και η Ελλάδα σκληρά σχέδια απάντησης: καθολική άμυνα δεν σημαίνει μόνον αυτό που υπονοεί η λέξη, αλλά πολλά περισσότερα.


Μετά τη χούντα και την εθνική καταστροφή της Κύπρου που αυτή επέφερε, δύο τάσεις κατέστησαν κυρίαρχες για τα επόμενα πολλά χρόνια. Η μία ήταν ο φόβος της ήττας. Η άλλη ήταν η απαξίωση του στρατεύματος. Και οι δύο λογικές. Όμως, και οι δύο αφενός επιφανειακές και, αφετέρου, βλαπτικές για τη χώρα. Κυρίως, όμως, σήμερα πια ξεπερασμένες.
Ως προς την πρώτη: στην Κύπρο δεν υπήρξε ήττα με τη στρατιωτική έννοια του όρου. Υπήρξε με την εθνική, με τη διπλωματική, με την πολιτική. Αλλά όχι με τη στρατιωτική. Γιατί; Επειδή, πολύ απλά, η Ελλάδα της χούντας δεν πολέμησε. Μάλιστα, όσους αψήφησαν τις παρανοϊκές αντιφατικές εντολές της, η χούντα τους άφησε μόνους έναντι του εχθρού.
Υπάρχει εδώ και μία ακόμη αλήθεια που ουδέποτε ομολογείται: η διάλυση που ερχόταν από την Αθήνα συνέτεινε και στη διάλυση των κυπριακών σωμάτων που περίπου σκόρπισαν στο άκουσμα και μόνο του εχθρού, λόγω, πιθανώς, της ελληνικής κατάρρευσης σε επίπεδο εντολών, σχεδιασμών, αποφάσεων, υποστήριξης. Σε αυτό το περιβάλλον όσες δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ πολέμησαν μόνες και αποκομμένες κατήγαγαν νίκες, παρά το τελικό αποτέλεσμα.
Αυτή είναι η αλήθεια: στρατιωτική ήττα δεν υπήρξε, γιατί δεν υπήρξε πόλεμος. Υπήρξε προέλαση χωρίς αντίπαλο σε επίπεδο οργανωμένου στρατεύματος. Παράδειγμα: στο σημείο της εισβολής το 1964 υπήρχαν πλήρως στελεχωμένες και ετοιμοπόλεμες στρατιωτικές δυνάμεις. Ταν εντελώς αδύνατον να περάσει ακόμα και κουνούπι από την Τουρκία. Στο ίδιο ακριβώς σημείο το 1974 περίπου όλες αυτές οι οχυρώσεις ήταν άδειες! Δεν υπήρχε στρατός πια εκεί: για τους Τούρκους δεν ήταν απόβαση αλλά περίπατος. Αυτό ήταν το μέγα έγκλημα της χούντας – και ίσως όχι μόνον αυτής.
Ως προς τη δεύτερη τάση: στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, ακριβώς λόγω όλων των παραπάνω, οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν απαξιωθεί βαθιά και σε όλα τα επίπεδα. Όχι μόνον στην ελληνική κοινωνία, ούτε απλώς στη σημασία τους για την άμυνα της χώρας. Είχαν απαξιωθεί και εσωτερικά: τα ίδια τα στελέχη τους ένιωθαν αμήχανα γι’ αυτές. Η αίσθηση της τιμής που για τους αξιωματικούς ήταν, όπως και θα έπρεπε, το Α και το Ω, είχε πλήρως απολεσθεί. Και αυτό κράτησε πάρα πολύ καιρό. Και επέδρασε εξαιρετικά αρνητικά στην εθνική άμυνα της χώρας.
Σήμερα όλα αυτά δεν υπάρχουν πια. Τα σημάδια τους έχουν σβηστεί πλήρως και οριστικά. Και εδώ ακριβώς είναι που οι Τούρκοι κάνουν το μεγάλο λάθος. Φαντάζονται ότι θα βρουν απέναντί τους τη διαλυμένη από τη χούντα Ελλάδα του ’74, ή τη φοβική και καχύποπτη για τον στρατό της Ελλάδας των επόμενων ετών. Όπως φαντάζονται ότι θα βρουν μια ελλειμματική άμυνα λόγω της πτώχευσης.
Και κάτι ακόμα: νομίζουν ότι θα βρουν μία Ελλάδα αποκομμένη από τη Δύση, όπως το 1922. Το αντίθετο: θα τη βρουν συμμαχικά τοποθετημένη περίπου όπως το 1912-13. Μα, το κυριότερο όλων είναι ότι φαντάζονται μία Ελλάδα χωρίς ηθικό, χωρίς αποφασιστικότητα. Αδυνατούν να συλλάβουν ότι τους περιμένει μία εντελώς διαφορετική Ελλάδα. Θα το αντιληφθούν, αν επιχειρήσουν όσα απειλούν. Θα εκπλαγούν. Όμως, θα είναι αργά γι’ αυτούς.

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΛΟΥΧΟΥ, in.gr 

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Marfin: Ένα έγκλημα μίσους που δεν παραγράφεται

Στη σημερινή συμπλήρωση δέκα ετών από τον δολοφονικό εμπρησμό του υποκαταστήματος της Μαρφίν, στην οδό Σταδίου, που στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους, η μία εκ των οποίων ήταν έγκυος, αναφέρεται με δήλωσή του ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
Όπως σημειώνει, πριν 10 χρόνια Έλληνες έκαψαν Έλληνες, «πολίτες έκαψαν συμπολίτες. Η δολοφονία στη Μαρφίν δεν ξεχνιέται. Ήταν ένα έγκλημα μίσους που δεν παραγράφεται, αυτό το στίγμα φανατισμού δεν ξεπλένεται. Οι φυσικοί  αυτουργοί παραμένουν ατιμώρητοι. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, είναι ευθύνη της πολιτείας να τους οδηγήσει στη δικαιοσύνη».
Σύμφωνα με τον υπουργό, «η φρίκη της Μαρφίν μας θυμίζει ότι ιδέες που σκοτώνουν δεν είναι ανθρώπινες, παγώνουν τον πολιτισμό μας, μας στέλνουν πολύ πίσω στους εμφύλιους και στους διχασμούς που γεμίζουν με σκοτάδι την νεώτερη ιστορία μας.

 Σαν σήμερα: Εννέα χρόνια από την ανείπωτη τραγωδία της Marfin

Τα 10 χρόνια είναι διπλό μνημόσυνο για τα θύματα. Είναι ευθύνη πως οι ένοχοι, που δεν τολμούν να εμφανιστούν, θα αποκαλυφθούν. Είναι υπόσχεση πως οι οικογένειές τους θα βρουν επιτέλους στην πολιτεία, μετά από ταλαιπωρίες, ολιγωρίες και αδιαφορία, τον συνομιλητή, την αρωγή και αναγνώριση που αξίζουν.
Ας τους μνημονεύσουμε, 10 χρόνια μετά, στον καιρό της πανδημίας που μας ένωσε στη συνείδηση της κοινής μοίρας, κρατώντας αυτή τη σκέψη: Πόσο οι άνθρωποι σφάλλουν όταν διχάζονται αλλά και πόσα μπορούν να πετύχουν όταν συνεργάζονται« τονίζει ο κ. Χρυσοχοΐδης.

Ήταν σαν σήμερα 5 Μαΐου, πριν από οκτώ χρόνια, όταν το κέντρο της Αθήνας είχε κατακλυσθεί από δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης μετείχαν στη μεγάλη πορεία κατά του Μνημονίου που είχε αναγγελθεί λίγες ημέρες νωρίτερα με την ημέρα να εξελίσσεται σε τραγωδία καθώς τρεις άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί σε υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου.
Όλα ξεκίνησαν όταν, σύμφωνα με το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, 23 άτομα με καλυμμένα χαρακτηριστικά αφού έσπασαν το τζάμι στη Marfin Bank, πέταξαν μολότοφ με αποτέλεσμα το κτίριο να τυλιχθεί στις φλόγες. Μέσα στο υποκατάστημα υπήρχαν οχτώ εργαζόμενοι πέντε εκ των οποίων κατάφεραν να διαφύγουν μέσα από τους καπνούς.
Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες των συναδέλφων τους και κόσμου που βρισκόταν στην πορεία, τρεις άνθρωποι εγκλωβίστηκαν και έχασαν την ζωή τους από τις αναθυμιάσεις, ενώ ο καπνός είχε καλύψει όλο το κτίριο. Ήταν η Παρασκευή Ζούλια (35 ετών), η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (32 ετών και εγκυμονούσα) και ο Επαμεινώνδας Τσακάλης (36 ετών), οι οποίοι έχασαν την ζωή τους.
Από τις μετέπειτα αφηγήσεις και μαρτυρίες κατά τη διεξαγωγή της δίκης ήρθαν στο φως τραγικές και συγκλονιστικές πτυχές από το δράμα των ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στην τράπεζα. Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με οικείους τους, ανέφεραν ότι πνίγονται από τον καπνό, ενώ η μοναδική έξοδος ήταν κλειστή. Υπάλληλοι, που διεσώθησαν αφηγήθηκαν τις στιγμές πανικού και ως μοναδική οδό διαφυγής να πηδήξουν από το μπαλκόνι. Το κτίριο είχε μετατραπεί σε «καμινάδα» και ανάμεσα σε ουρλιαχτά πανικού οι εργαζόμενοι έψαχναν απεγνωσμένα να διασωθούν πηδώντας από τα μπαλκόνια στο κενό.
Η πυροσβεστική μετέπειτα εντόπισε στις σκάλες μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσάκαλη, στον δεύτερο όροφο την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια ενώ η 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, που κυοφορούσε, εντοπίστηκε λίγα εκατοστά μακριά από την μπαλκονόπορτα, όπου προσπάθησε να φτάσει για να σωθεί.

Δέκα χρόνια μετά το έγκλημα της Marfin παραμένει ατιμώρητο