Στη σημερινή συμπλήρωση δέκα ετών από τον δολοφονικό εμπρησμό του
υποκαταστήματος της Μαρφίν, στην οδό Σταδίου, που στοίχισε τη ζωή σε
τρεις εργαζόμενους, η μία εκ των οποίων ήταν έγκυος, αναφέρεται με
δήλωσή του ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
Όπως σημειώνει, πριν 10 χρόνια Έλληνες έκαψαν Έλληνες,
«πολίτες έκαψαν συμπολίτες. Η δολοφονία στη Μαρφίν δεν ξεχνιέται. Ήταν
ένα έγκλημα μίσους που δεν παραγράφεται, αυτό το στίγμα φανατισμού δεν
ξεπλένεται. Οι φυσικοί αυτουργοί παραμένουν ατιμώρητοι. Είναι ζήτημα
δημοκρατίας, είναι ευθύνη της πολιτείας να τους οδηγήσει στη
δικαιοσύνη».
Σύμφωνα με τον υπουργό, «η φρίκη της Μαρφίν μας θυμίζει ότι ιδέες που
σκοτώνουν δεν είναι ανθρώπινες, παγώνουν τον πολιτισμό μας, μας
στέλνουν πολύ πίσω στους εμφύλιους και στους διχασμούς που γεμίζουν με
σκοτάδι την νεώτερη ιστορία μας.
Τα 10 χρόνια είναι διπλό μνημόσυνο για τα θύματα. Είναι ευθύνη πως οι
ένοχοι, που δεν τολμούν να εμφανιστούν, θα αποκαλυφθούν. Είναι υπόσχεση
πως οι οικογένειές τους θα βρουν επιτέλους στην πολιτεία, μετά από
ταλαιπωρίες, ολιγωρίες και αδιαφορία, τον συνομιλητή, την αρωγή και
αναγνώριση που αξίζουν.
Ας τους μνημονεύσουμε, 10 χρόνια μετά, στον καιρό της πανδημίας που
μας ένωσε στη συνείδηση της κοινής μοίρας, κρατώντας αυτή τη σκέψη: Πόσο
οι άνθρωποι σφάλλουν όταν διχάζονται αλλά και πόσα μπορούν να πετύχουν
όταν συνεργάζονται« τονίζει ο κ. Χρυσοχοΐδης.
Ήταν σαν σήμερα 5 Μαΐου, πριν από οκτώ χρόνια, όταν το κέντρο της
Αθήνας είχε κατακλυσθεί από δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Άνθρωποι κάθε
ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης μετείχαν στη μεγάλη πορεία κατά του
Μνημονίου που είχε αναγγελθεί λίγες ημέρες νωρίτερα με την ημέρα να
εξελίσσεται σε τραγωδία καθώς τρεις άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί σε
υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου.
Όλα ξεκίνησαν όταν, σύμφωνα με το βούλευμα του Συμβουλίου
Πλημμελειοδικών, 23 άτομα με καλυμμένα χαρακτηριστικά αφού έσπασαν το
τζάμι στη Marfin Bank, πέταξαν μολότοφ με αποτέλεσμα το κτίριο να
τυλιχθεί στις φλόγες. Μέσα στο υποκατάστημα υπήρχαν οχτώ εργαζόμενοι
πέντε εκ των οποίων κατάφεραν να διαφύγουν μέσα από τους καπνούς.
Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες των συναδέλφων τους και κόσμου που
βρισκόταν στην πορεία, τρεις άνθρωποι εγκλωβίστηκαν και έχασαν την ζωή
τους από τις αναθυμιάσεις, ενώ ο καπνός είχε καλύψει όλο το κτίριο. Ήταν
η Παρασκευή Ζούλια (35 ετών), η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (32 ετών και
εγκυμονούσα) και ο Επαμεινώνδας Τσακάλης (36 ετών), οι οποίοι έχασαν την
ζωή τους.
Από τις μετέπειτα αφηγήσεις και μαρτυρίες κατά τη διεξαγωγή της δίκης
ήρθαν στο φως τραγικές και συγκλονιστικές πτυχές από το δράμα των
ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στην τράπεζα. Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με
οικείους τους, ανέφεραν ότι πνίγονται από τον καπνό, ενώ η μοναδική
έξοδος ήταν κλειστή. Υπάλληλοι, που διεσώθησαν αφηγήθηκαν τις στιγμές
πανικού και ως μοναδική οδό διαφυγής να πηδήξουν από το μπαλκόνι. Το
κτίριο είχε μετατραπεί σε «καμινάδα» και ανάμεσα σε ουρλιαχτά πανικού οι
εργαζόμενοι έψαχναν απεγνωσμένα να διασωθούν πηδώντας από τα μπαλκόνια
στο κενό.
Η πυροσβεστική μετέπειτα εντόπισε στις σκάλες μεταξύ πρώτου και
δεύτερου ορόφου τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσάκαλη, στον δεύτερο όροφο την
35χρονη Παρασκευή Ζούλια ενώ η 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, που
κυοφορούσε, εντοπίστηκε λίγα εκατοστά μακριά από την μπαλκονόπορτα, όπου
προσπάθησε να φτάσει για να σωθεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου